Bruno Rocca: Ο επίμονος οινοποιός και το πετράδι του Πιεμόντε

Η ιστορία της οικογένειας που παράγει ένα από τα κορυφαία Barbaresco του κόσμου – Το κρασί που κάθε χρόνο έχει πουληθεί πριν καν εμφιαλωθεί

Εκείνο το βράδυ στην Νέα Υόρκη η Λουίζα Ρόκκα  βρισκόταν σε ένα εστιατόριο μαζί με έναν συνεργάτη της όταν παρατήρησε ότι στο διπλανό τραπέζι δύο Αμερικάνοι που είχαν παραγγείλει το Bruno Rocca Barbaresco, δίσταζαν να παραγγείλουν δεύτερη φιάλη.


Είπαν μάλιστα στην κόρη του Μπρούνο Ρόκκα ότι θα έπιναν άλλη μια φιάλη αλλά φοβόντουσαν οτι θα είχαν πονοκέφαλο το πρωι και είχαν μια δύσκολη επαγγελματική μέρα με ραντεβού και πολλή δουλειά.

Η νεαρή κοπέλα χαμογέλασε και τους είπε ότι αν είχαν θα πλήρωνε εκείνη  το τραπέζι τους, οι Αμερικάνοι δέχτηκαν και η Λουίζα κέρδισε το στοίχημα.

Αν την έβλεπε ο πατέρας της εκείνο το βράδυ μάλλον θα χαμογελούσε, γνωρίζοντας ότι τόσο αυτή όοο και ο γιος του Φραντσέσκο ξέρουν πολύ καλά το κρασί τους. Η φιλοσοφία τους άλλωστε γι΄αυτό το πετράδι του Πιεμόντε είναι να μην επεμβαίνουν αλλά να παρακολουθούν και να υποστηρίζουν την διαδικασία της παραγωγής του.
Το Μπαρμπαρέσκο είναι η περιοχή στο Πιεμόντε που παράγονται τα κορυφαία Νεμπιόλο της Ιταλίας και όλου του πλανήτη. Πρόκειται για μια ποικιλία που δεν αποδίδει το μέγιστο ευκολα, όπως το Καμπερνέ για παραδειγμα.

Γι’ αυτό το χωριό του Μπαρμπαρέσκο είναι ένα από τα δύο διαμάντια του στέμματος στο Πιεμόντε-το άλλο είναι το Μπαρόλο-εκεί που βρίσκεται ο επίμονος οινοποιός Μπρούνο Ρόκκα.


Η οικογένεια του έχει παρουσία στην ευλογημένη αυτή περιοχή από τον 19ο αιώνα και το 1958 ο πατέρας του Φραντσέσκο Ρόκκα αγοράζει ένα κομμάτι από τον καλυτερο αμπελώνα του Μπαρμπαρέσκο, το Ραμπαγιά.


Οι γνώστες του οίνου επιμένουν ότι αν ο συγκεκριμένος αμπελώνας ήταν στην Βουργουνδία θα ήταν Grand Cru, με ότι αυτό συνεπάγεται για την αξία μιας ετικέτας.
Από αυτόν τον αμπελώνα που βέβαια ήταν φυτεμένος με nebbiolo, πουλάνε σταφύλια στον συνεταιρισμό του Μπαρμπαρέσκο, ο οποίος τα εμφιαλώνει και πουλάει τα σταφυλια αυτά με ξεχωριστή ετικέτα που γράφει Barbaresco Rabaja. Ήταν κάτι που προβλημάτισε έντονα τους Ρόκκα, αλλά όλα αρχίζουν να μπαίνουν στη θέση τους όταν αναλαμβάνει η επόμενη γενιά της οικογένειας.

Sold out κάθε χρόνο


Ο Μπρούνο Ρόκκα αποφασίζει την αναμόρφωση του αμπελώνα, η παραγωγή και η εμφιάλωση γίνονται στο κτήμα και το 1978 είναι η πρώτη χρονιά που κυκλοφορουν οι ετικέτες Bruno Rocca Barbaresco Rabaja


Όλες οι ετικέτες των κρασιών του κτήματος έχουν ένα φτερό σήμα κατατεθέν, κάτι που προέκυψε όταν ο πατήρ Ρόκκα έψαχνε κάτι ξεχωριστό για τις  ετικέτες των κρασιών του.


Ήθελε κάτι που να ξεχωρίζει, να μην έχει τους κλασσικούς λόφους ή καποιο ζώο και συνγχρόνως να βγάζει προς τα έξω την διαχρονικότητα των κρασιών και την δύναμη που έχουν για παλαίωση.


Κατέληξε στο ότι δεν υπάρχει κάτι πιο δυνατό από τον γραπτό λόγο που να μένει και έτσι μπήκε το φτερό-πένα σε όλες τις ετικέτες του κτήματος που απλώνεται σε 15 εκτάρια, δηλαδή 150 στρέμματα και παράγει μόλις 70.000 φιάλες.

Είναι μια καθαρά 100% οικογενειακή υπόθεση με την οποία ασχολούνται  ο πατέρας και τα δύο παιδιά του ενώ όλη δουλειά, δηλαδή αμπέλι-κρασί-μάρκετινγκ-πωλήσεις  δικπεραιώνεται μόνο από αυτούς.   

Τα κρασιά γίνονται μετά από αυστηρή διαλογή των σταφυλιών Νεμπιόλο, σε μικρές δεξαμενές είτε από δρύ είτε ανοξείδωτες, ξεχωριστά για κάθε μπλοκ του αμπελώνα ώστε να περνάνε στην φιάλη οι διαφορετικές αποχρώσεις του κτήματος.


Το κοκκινο πετράδι του Πιεμόντε ωριμάζει σε γαλλικά βαρέλια, η επιλογή των οποίων είναι πολύ αυστηρή και απαραίτητη προυπόθεση είναι να έχει ξεραθεί η ξυλεία στην ύπαιθρο για σαράντα μήνες με φυσικό τρόπο και χωρίς τεχνολογικές παρεμβάσεις.


Ο αμπελώνας Ραμπαγιά δεσπόζει στην πλαγιά ενός λόφου και το κτίριο του οινοποιείου βρίσκεται περίπου στην μέση, ενώ η διακόσμηση του είναι παραδοσιακή με άφθονα βαρέλια και όλα τα σχετικά με το κρασί.

Όμως οι γυάλινες πόρτες ανοίγουν με φωτοκύτταρο για πρακτικούς λόγους όπως την μεταφορά των βαρελιών, των εμπορευμάτων κ.λ.π. ενώ η γευσιγνωσία των κρασιών τους γίνεται με ποτήρια Zalto, μια λεπτομέρεια που δείχνει πόση σημασία δίνουν οι Ρόκκα στο κρασί τους.
Πρόκειται για τα πιο ακριβά ποτήρια που υπάρχουν-κοστίζουν εκατό ευρώ το ένα-και οι τυχεροί που απολαμβάνουν την συγκεκριμένη διαδικασία, ακούνε παράλληλα τα όσα τους λέει η Λουίζα Ρόκκα.


Κι όλα αυτά γίνονται για μια ετήσια παραγωγή που είναι μόλις εβδομήντα χιλιάδες μπουκάλια, κάτι που σε απλά ελληνικά σημαίνει ότι όλα τα κρασιά έχουν πουληθεί πριν εμφιαλωθούν!

Ενίοτε εμφανίζεται ερχόμενος από τα αμπέλια με τις γαλότσες του λασπωμένες  και χώματα στα χέρια ο επίμονος οινοποιός Μπρούνο Ρόκκα που κάθεται και αυτός μαζί με τους καλεσμένους χαμογελαστός για το κόκκινο διαμάντι του, που συγκαταλέγεται στα κορυφαία Μπαρμπαρέσκο του κόσμου.